κρεών

I
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Γιος του Μενοικέα και βασιλιάς της Θήβας. Κατά την παράδοση, ανέλαβε τη βασιλεία για μικρό χρονικό διάστημα, μετά τον θάνατο του Λάιου, ενώ στη συνέχεια την παραχώρησε στην αδελφή του Ιοκάστη, χήρα του Λάιου, και στον Οιδίποδα, ο οποίος απελευθέρωσε την πόλη της Θήβας από τη Σφίγγα. Μετά την τύφλωση του Οιδίποδα και την αλληλοκτονία των Ετεοκλή και Πολυνείκη, ανήλθε και πάλι στον βασιλικό θρόνο. Είχε βέβαια μεσολαβήσει η εκστρατεία των Επτά επί Θήβαις, όπου ο Κ. με εντολή του Τειρεσία θυσίασε στον Άρη τον γιο του, Μεγαρέα, για τη σωτηρία της πόλης. Η τρομερή απανθρωπιά που επέδειξε σε αυτή την περίπτωση είχε για εκείνον ολέθρια αποτελέσματα. Στη συνέχεια διέταξε να ενταφιαστεί ζωντανή η Αντιγόνη, επειδή τόλμησε, παραβαίνοντας τις διαταγές του, να θάψει το πτώμα του αδελφού της, Πολυνείκη. Μετά την εκτέλεση αυτής της διαταγής, ο γιος του, Αίμων, αυτοκτόνησε πάνω στο πτώμα της Αντιγόνης, που ήταν μνηστή του, ενώ η γυναίκα του, Ευρυδίκη, κρεμάστηκε από την απελπισία της για την αυτοκτονία του γιου της. Σύμφωνα με μια παράδοση που υιοθετεί και ο Σοφοκλής (Οιδίπους επί Κολωνώ) ο Κ. καταδίωξε τον Οιδίποδα μετά την αποκάλυψη των ανοσιουργημάτων του μέχρι την Αθήνα, όπου όμως έτυχε της προστασίας του Θησέα. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις ο Κ. σκοτώθηκε από τον Θησέα, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Θήβας για να παραλάβει τα πτώματα των Αργείων νεκρών, των οποίων την ταφή είχε απαγορεύσει ο Κ.
2. Γιος του Λύκαιθου και βασιλιάς της Κορίνθου. Σε αυτόν κατέφυγαν, όταν διώχτηκαν από την Ιωλκό, ο Ιάσων και η Μήδεια. Προσπάθησε να σώσει την κόρη του, όταν εκείνη έπεσε θύμα των ενεργειών της Μήδειας. Βλ. λ. Κρέουσα (2.).
II
(μέσα 6ου – τέλη 5ου αι. π.Χ.). Πατέρας του Σκόπα, άρχοντα της θεσσαλικής Κραννώνας και φίλου του ποιητή Σιμωνίδη. Από αυτόν οι Σκοπάδες ονομάζονταν και Κρεώνδες ή Κρεοντίδες.
* * *
κρεών, -ῶνος, ὁ (Α)
τόπος όπου φυλάγονται τα κρέατα ή, γενικά, τα τρόφιμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κρέας + περιληπτική κατάλ. -ών (πρβλ. αμπελ-ών, καλαμ-ών)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κρέων — ruler masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρέων — ruler masc nom sg κρείων ruler masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρέων — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Μενοικέα και βασιλιάς της Θήβας. Κατά την παράδοση, ανέλαβε τη βασιλεία για μικρό χρονικό διάστημα, μετά τον θάνατο του Λάιου, ενώ στη συνέχεια την παραχώρησε στην αδελφή του Ιοκάστη, χήρα του Λάιου, και… …   Dictionary of Greek

  • κρεῶν — κρέας flesh neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρεόντων — Κρέων ruler masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρεόντων — κρέων ruler masc gen pl κρείων ruler masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρέον — Κρέων ruler masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρέον — κρέων ruler masc voc sg κρείων ruler masc voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρέοντα — Κρέων ruler masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρέοντα — κρέων ruler masc acc sg κρείων ruler masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.